καραβοτσακισμένος
•
- που έχει συνδεθεί με ναυάγιο πλοίου ή γενικά που έχει ταλαιπωρηθεί πολυ στη θάλασσα (καράβι, καϊκι, αλλά και άνθρωπος, όπως ένας ψαράς ή κυρίως ένας ναυτικός) Βικιλεξικό
- που είναι πολύ ταλαιπωρημένος, που έχει βασανιστεί στη ζωή του, έχει περάσει από εξαιρετικά μεγάλες δοκιμασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραβοτσακισμένος < ΄καράβι και τσακίζομαι
Άλλοι τύποι
καραβοτσακισμένακαραβοτσακισμένεκαραβοτσακισμένεςκαραβοτσακισμένηκαραβοτσακισμένηςκαραβοτσακισμένοκαραβοτσακισμένοικαραβοτσακισμένοςκαραβοτσακισμένουκαραβοτσακισμένουςκαραβοτσακισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →