Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραβοτσακισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει συνδεθεί με ναυάγιο πλοίου ή γενικά που έχει ταλαιπωρηθεί πολυ στη θάλασσα (καράβι, καϊκι, αλλά και άνθρωπος, όπως ένας ψαράς ή κυρίως ένας ναυτικός) Βικιλεξικό
  2. που είναι πολύ ταλαιπωρημένος, που έχει βασανιστεί στη ζωή του, έχει περάσει από εξαιρετικά μεγάλες δοκιμασίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καραβοτσακισμένος < ΄καράβι και τσακίζομαι

Άλλοι τύποι

καραβοτσακισμένακαραβοτσακισμένεκαραβοτσακισμένεςκαραβοτσακισμένηκαραβοτσακισμένηςκαραβοτσακισμένοκαραβοτσακισμένοικαραβοτσακισμένοςκαραβοτσακισμένουκαραβοτσακισμένουςκαραβοτσακισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →