καραβοφάναρο
•
- ναυτικός όρος: πλωτός φάρος, πλοίο που αγκυροβολεί σε ειδικά σημεία φέροντας στο κατάστρωμα φάρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πλοίο ή σκάφος που βρίσκεται ακινητοποιημένο από μπλακ-άουτ Βικιλεξικό
- έμεινε καραβοφάναρο
Ετυμολογία
καραβοφάναρο < καράβι + φανάρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβοφάναρο | καραβοφάναρα |
| Γενική | καραβοφάναρου | καραβοφάναρων |
| Αιτιατική | καραβοφάναρο | καραβοφάναρα |
| Κλητική | καραβοφάναρο | καραβοφάναρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →