Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραγκιόζ μπερντές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κρεμασμένο σεντόνι που χρησιμοποιείται στην παράσταση του θεάτρου σκιών Καραγκιόζη Βικιλεξικό
    • Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. χώρισμα από σεντόνι, σαν και αυτό που χρησιμοποιείται στην παράσταση του θεάτρου σκιών Βικιλεξικό
  3. γελοία κατάσταση Βικιλεξικό
    • Στο σημείο αυτό όμως ο Γούναρης έκανε νεύμα προς τον Μπαλτατζή ώστε εκείνος να μην συμφωνήσει με τα λεγόμενα του πατέρα μου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την κίνηση είπε: «Αυτό δεν είναι ούτε γνώμη συμβουλίου, ούτε διαιτησία, αλλά καραγκιόζ μπερντές!», και αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον!, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Ετυμολογία

καραγκιόζ μπερντές < καραγκιόζης + μπερντές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →