καραγκούνικος
•
- που έχει σχέση με τους καραγκούνηδες, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραγκούνικος < καραγκούνης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καραγκούνικος | καραγκούνικη | καραγκούνικο |
| Γενική | καραγκούνικου | καραγκούνικης | καραγκούνικου |
| Αιτιατική | καραγκούνικο | καραγκούνικη | καραγκούνικο |
| Κλητική | καραγκούνικε | καραγκούνικη | καραγκούνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καραγκούνικοι | καραγκούνικες | καραγκούνικα |
| Γενική | καραγκούνικων | καραγκούνικων | καραγκούνικων |
| Αιτιατική | καραγκούνικους | καραγκούνικες | καραγκούνικα |
| Κλητική | καραγκούνικοι | καραγκούνικες | καραγκούνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →