καρακαηδόνα
•
- λαϊκότροποπολυλογού, ανόητη γυναίκα που γίνεται και ενοχλητική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρακαηδόνα < κόρακ(ας) + αηδόνα με υποχωρητική αφομοίωση [o] - [a] > [a] - [a]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρακαηδόνα | καρακαηδόνες |
| Γενική | καρακαηδόνας | καρακαηδόνων |
| Αιτιατική | καρακαηδόνα | καρακαηδόνες |
| Κλητική | καρακαηδόνα | καρακαηδόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →