καρακαμπίλα
•
- παρωχημένοη απεραντοσύνη του κάμπου Βικιλεξικό
- παρωχημένοη υπερβολική καλοκαιρινή ζέστη στον κάμπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρακαμπίλα < καρα- + κάμπος + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρακαμπίλα | καρακαμπίλες |
| Γενική | καρακαμπίλας | — |
| Αιτιατική | καρακαμπίλα | καρακαμπίλες |
| Κλητική | καρακαμπίλα | καρακαμπίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →