καρακόλι
•
- στρατιωτική αργκόστρατονόμος Βικιλεξικό
- μεταφορικάαστυνομική περίπολος Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςπολεμική τακτική έφιππων μονάδων κατά τον 16ο αιώνα Βικιλεξικό
- λαϊκόδασοφύλακας Βικιλεξικό
- λαϊκόχωροφύλακας Βικιλεξικό
- μεταφορικάενέδρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρακόλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική karakol + -ι : Η τουρκική λέξη σύμφωνα με μία άποψη προέρχεται από τη βενετική caraguol < ισπανική caracol ή σύμφωνα με άλλη άποψη από τη μογγολική karagul / qarayul (φρουρά). → δείτε τη λέξη καραούλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρακόλι | καρακόλια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καρακόλι | καρακόλια |
| Κλητική | καρακόλι | καρακόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →