καραμέλα
•
- γλυκόμικρό στερό σκληρό γλύκισμα διαφόρων γεύσεων και αρωμάτων που λειώνει στο στόμα Βικιλεξικό
- καραμέλες βουτύρου, μέντας, ευκάλυπτου
- καραμέλα για τον λαιμό (θεραπευτική)
- γαστρονομίασιρόπι από καμένη ζάχαρη με καφετί χρώμα που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραμέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική caramella < (αντιδάνειο) μεσαιωνικά λατινικά cannamelis < παραφθορά της λατινικής calamellus < υποκοριστικό του calamus < αρχαία ελληνική κάλαμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραμέλα | καραμέλες |
| Γενική | καραμέλας | καραμελών |
| Αιτιατική | καραμέλα | καραμέλες |
| Κλητική | καραμέλα | καραμέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →