Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραμανλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικά με τον Καραμανλή Βικιλεξικό
  2. σχετικά με πολιτική γραμμή του Καραμανλή Βικιλεξικό
    • αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο ... (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)

Ετυμολογία

καραμανλικός < Καραμανλής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαραμανλικόςκαραμανλική / καραμανλικιάκαραμανλικό
Γενικήκαραμανλικούκαραμανλικήςκαραμανλικού
Αιτιατικήκαραμανλικόκαραμανλικήκαραμανλικό
Κλητικήκαραμανλικέκαραμανλικήκαραμανλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαραμανλικοίκαραμανλικέςκαραμανλικά
Γενικήκαραμανλικώνκαραμανλικώνκαραμανλικών
Αιτιατικήκαραμανλικούςκαραμανλικέςκαραμανλικά
Κλητικήκαραμανλικοίκαραμανλικέςκαραμανλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →