καραμούζα
•
- μουσικό όργανοπνευστό όργανο που μοιάζει με μικρή τρομπέτα με οξύ και διαπεραστικό ήχο. Και παιδικό μουσικό όργανο. Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοο ζουρνάς Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοο μακρύς αυλός της γκάιντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραμούζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cornamusa < γαλλική cornemuse < corner + muser :* Ή < μεσαιωνική ελληνική < ιταλική corna musa (ποιμενική φλογέρα) :* Διαφορετική η κορσικανή caramusa και η γαλλική cornemuse (γκάιντα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραμούζα | καραμούζες |
| Γενική | καραμούζας | καραμουζών |
| Αιτιατική | καραμούζα | καραμούζες |
| Κλητική | καραμούζα | καραμούζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →