Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραμπουτζές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κρητικάσταφίδα τελευταίας διαλογής Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανήθικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καραμπουτζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική karaböce (‘αποξηραμένο, σάπιο και χαλασμένο σταφύλι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαραμπουτζέςκαραμπουτζέδες
Γενικήκαραμπουτζέκαραμπουτζέδων
Αιτιατικήκαραμπουτζέκαραμπουτζέδες
Κλητικήκαραμπουτζέκαραμπουτζέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →