καραντίνα
•
- επιδημιολογίαπεριορισμός για κάποιο χρονικό διάστημα και εξέταση όσων ανθρώπων (ή ζώων ή εμπορευμάτων) έρχονταν από περιοχές που είχαν εξαπλωθεί μολυσματικές ασθένειες Βικιλεξικό
- επιδημιολογίαπεριορισμός της επικοινωνίας με κάποιον που έχει προσβληθεί από μολυσματική μεταδοτική ασθένεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοινωνικός περιορισμός, αποφυγή ή απομόνωση κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραντίνα < ιταλική quarantina (=σαρανταριά) < quaranta (=σαράντα) < λατινική quadraginta (=σαράντα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷetwr̥̄ḱomt < *kʷetwr̥-dḱomt (τέσσερα-δέκα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραντίνα | καραντίνες |
| Γενική | καραντίνας | — |
| Αιτιατική | καραντίνα | καραντίνες |
| Κλητική | καραντίνα | καραντίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →