Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραούλι

/ka.ɾaˈu.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η φρουρά Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάο σκοπός, ο φρουρός Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάτο παρατηρητήριο Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) η ενέδρα

Ετυμολογία

καραούλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική karavul + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαραούλικαραούλια
Γενικήκαραουλιούκαραουλιών
Αιτιατικήκαραούλικαραούλια
Κλητικήκαραούλικαραούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →