καραούλι
•
- η φρουρά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο σκοπός, ο φρουρός Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο παρατηρητήριο Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) η ενέδρα
Ετυμολογία
καραούλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική karavul + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραούλι | καραούλια |
| Γενική | καραουλιού | καραουλιών |
| Αιτιατική | καραούλι | καραούλια |
| Κλητική | καραούλι | καραούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →