καραπουτσακλάρα
•
- χυδαίοστην έκφραση στην καραπουτσακλάρα μου: δηλώνει αδιαφορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραπουτσακλάρα < καραπουτσάκλ(α) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα (με δεύτερο μεγεθυντικό) < καρα- + πούτσα + -ακλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραπουτσακλάρα | καραπουτσακλάρες |
| Γενική | καραπουτσακλάρας | — |
| Αιτιατική | καραπουτσακλάρα | καραπουτσακλάρες |
| Κλητική | καραπουτσακλάρα | καραπουτσακλάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →