καραπούτανος
•
- υβριστικόαναφορά σε πουτάνα (πόρνη) Βικιλεξικό
- Τον έσπρωξε στο κρεβάτι και τον καβάλησε στο ύψος του λαιμού, του 'βαλε το μουνί μέσα στα μούτρα. Τέτοιος καραπούτανος πρώτη φορά του τύχαινε στη ζωή του'.'
Ετυμολογία
καραπούτανος < καρα- + πουτάν(α) + -ος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραπούτανος | καραπούτανοι |
| Γενική | καραπούτανου | καραπούτανων |
| Αιτιατική | καραπούτανο | καραπούτανους |
| Κλητική | καραπούτανε | καραπούτανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →