καραστημένος
•
- μεταφορικάπου είναι σε όλη του την έκταση στημένος, σικέ, προσυμφωνημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραστημένος < καρα- + στημένος
Άλλοι τύποι
καραστημένακαραστημένεκαραστημένεςκαραστημένηκαραστημένηςκαραστημένοκαραστημένοικαραστημένοςκαραστημένουκαραστημένουςκαραστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →