καραφλιάζω
•
- αποκτώ φαλάκρα Βικιλεξικό
- Πάχυνε, καράφλιασε, έγινε αγνώριστος.
- αργκόεκπλήσσομαι από κάτι που θεωρώ παράλογο, ασυνάρτητο, εξωφρενικό. Βικιλεξικό
- Καράφλιασα, σου λέω. Με τρέλανε στο μπαλαμούτι.
- αργκόπροκαλώ σε κάποιον έκπληξη με κάτι παράλογο κλπ. Βικιλεξικό
- Τι ήταν αυτό που είπες! Μας καράφλιασες.
Ετυμολογία
καραφλιάζω < από το επίθετο καραφλός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →