καραόκε
•
- μουσικήμορφή διασκέδασης, αρχικά από την Ιαπωνία, στην οποία παίζονται ηχογραφήσεις τραγουδιών χωρίς την φωνή του τραγουδιστή, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να τραγουδούν οι ίδιοι τους στίχους του τραγουδιού Βικιλεξικό
- 1996 «Ἡ λέξη, Τεύχη 134-136», σελ. 867
- κατ’ επέκτασηη αντίστοιχη συσκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραόκε < (άμεσο δάνειο) αγγλική karaoke < ιαπωνική カラオケ (karaoke) < 空 (kara, άδειος) + オケ (oke) < オーケストラ (ōkesutora, ορχήστρα), με σύντμηση < αγγλική orchestra < λατινική orchēstra < αρχαία ελληνική ὀρχήστρα (αντιδάνειο).
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →