καρβελάκι
•
- υποκοριστικό του καρβέλι Βικιλεξικό
- Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι. (*)
Ετυμολογία
καρβελάκι < καρβέλι + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρβελάκι | καρβελάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καρβελάκι | καρβελάκια |
| Κλητική | καρβελάκι | καρβελάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →