καρδάμωμα
•
- οικείοτο αποτέλεσμα τού καρδαμώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρδάμωμα < καρδαμώνω + -μα < κάρδαμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρδάμωμα | καρδαμώματα |
| Γενική | καρδαμώματος | καρδαμωμάτων |
| Αιτιατική | καρδάμωμα | καρδαμώματα |
| Κλητική | καρδάμωμα | καρδαμώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →