καρδιοσωσμός
•
- σπάνιομεγάλη στενοχώρια ή λύπη (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καρδιοσωμός
Ετυμολογία
καρδιοσωσμός < καρδιο- + σωσμός > σώνω, σωσ- -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρδιοσωσμός | καρδιοσωσμοί |
| Γενική | καρδιοσωσμού | καρδιοσωσμών |
| Αιτιατική | καρδιοσωσμό | καρδιοσωσμούς |
| Κλητική | καρδιοσωσμέ | καρδιοσωσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →