καρεκλάς
•
- επάγγελμααυτός που κατασκευάζει ή επισκευάζει καρέκλες και άλλα καθίσματα Βικιλεξικό
- αργκόπου του αρέσει η μουσική ντίσκο (οι «καρέκλες», τα καρεκλάδικα τραγούδια) (στο θηλυκό: καρεκλού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρεκλάς < καρέκλ(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρεκλάς | καρεκλάδες |
| Γενική | καρεκλά | καρεκλάδων |
| Αιτιατική | καρεκλά | καρεκλάδες |
| Κλητική | καρεκλά | καρεκλάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →