καριόλικος
•
- που έχει σχέση με καριόλη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καριόλικος < καριόλης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καριόλικος | καριόλικη | καριόλικο |
| Γενική | καριόλικου | καριόλικης | καριόλικου |
| Αιτιατική | καριόλικο | καριόλικη | καριόλικο |
| Κλητική | καριόλικε | καριόλικη | καριόλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καριόλικοι | καριόλικες | καριόλικα |
| Γενική | καριόλικων | καριόλικων | καριόλικων |
| Αιτιατική | καριόλικους | καριόλικες | καριόλικα |
| Κλητική | καριόλικοι | καριόλικες | καριόλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →