Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καριόλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καριόλη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καριόλικος < καριόλης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαριόλικοςκαριόλικηκαριόλικο
Γενικήκαριόλικουκαριόλικηςκαριόλικου
Αιτιατικήκαριόλικοκαριόλικηκαριόλικο
Κλητικήκαριόλικεκαριόλικηκαριόλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαριόλικοικαριόλικεςκαριόλικα
Γενικήκαριόλικωνκαριόλικωνκαριόλικων
Αιτιατικήκαριόλικουςκαριόλικεςκαριόλικα
Κλητικήκαριόλικοικαριόλικεςκαριόλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →