καρκάτζι
•
- ιδιωματικόκάτι που έχει τσουρουφλιστεί ή καεί κι έχει καταντήσει ξηρό ή ισχνό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρκάτζι < μεσαιωνική ελληνική καρκάτζι < ελληνιστική κοινή κάρκαρος (τραχύς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →