καρκαλέτσι
•
- εντομολογίαακρίδα (σε χρήση στην Ήπειρο, σε περιοχές με επαφή με την αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα) Βικιλεξικό
- Ιούνιος 1932, Στα Μέγαρα έπεσαν σύννεφα από καρκαλέτσια (ακρίδες) φάγανε όλα τα αμπέλια των Μεγάρων (Ιστορία των Μεγάρων.)
- Και όμως προ ολίγων ετών ένα νήπιον, ενώ ευρίσκετο εις τους αγρούς με τους γονείς του, στην περιοχή της Κοζάνης, μόλις είδε ένα σμήνος αεροπλάνων φώναξε «Μάνα! καρκαλέτσια!». Στην περιοχή δε εκείνη η λέξη καρκαλέτσια σημαίνει ακρίδες. (Στέργιος Ν. Σάκκος, Ομότιμος Καθηγητής Εισαγωγής & Ερμηνείας Καινής Διαθήκης Α.Π.Θ. († 2012) χξς’ – Το όνομα του Αντιχρίστου (Αποκ. 13,18) 21 Μαρτίου 2013 https://web.archive.org/web/20210515080817/https://www.pemptousia.gr/2013/03/chxs-to-onoma-tou-antichristou-apok-1318/)
- επίμονος βήχας, ο κοκκύτης, αναφερόμενος και ως κάρκαλος ή καρκαλέτζης Βικιλεξικό
- ο επίμονος και ιδιόρρυθμος βήχας, που σε περίοδο παροξυσμού κόβει την ανάσα, κάνει τη διαφορά και οδηγεί όλους στην ασφαλή διάγνωση: Καρκαλέτσι. Αλλιώς καρκαλιάς. (Χρήστος Αρ. Παπακίτσος, Το καρκαλέτσι και τα γιατροσόφια του , Τζουμερκιώτικα Χρονικά, σελ. 28, 2012)
- μεταφορικάο ψηλός και κάτισχνος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρκαλέτσι < (άμεσο δάνειο) αλβανική karkalec + -ι < βουλγαρική скакалец < скачам / skáčam (πηδώ) + -алец
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρκαλέτσι | καρκαλέτσια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καρκαλέτσι | καρκαλέτσια |
| Κλητική | καρκαλέτσι | καρκαλέτσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →