Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρκινικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον καρκίνο, τους κακοήθεις όγκους Βικιλεξικό
  2. για λέξη ή φράση που μπορεί να διαβαστεί το ίδιο και αντίστροφα Βικιλεξικό
    • στην κρήνη της Αγίας Σοφίας υπήρχε η γνωστή καρκινική επιγραφή: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ»

Ετυμολογία

καρκινικός < καρκίνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρκινικόςκαρκινικήκαρκινικό
Γενικήκαρκινικούκαρκινικήςκαρκινικού
Αιτιατικήκαρκινικόκαρκινικήκαρκινικό
Κλητικήκαρκινικέκαρκινικήκαρκινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρκινικοίκαρκινικέςκαρκινικά
Γενικήκαρκινικώνκαρκινικώνκαρκινικών
Αιτιατικήκαρκινικούςκαρκινικέςκαρκινικά
Κλητικήκαρκινικοίκαρκινικέςκαρκινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →