Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρκινοβασία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλη αργοπορία ή οπισθοδρόμηση στην εκτέλεση ενός έργου Βικιλεξικό
    • Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η καρκινοβασία μας ως κράτους; Στην ανεπάρκεια πλουτοπαραγωγικών πηγών; Στην έλλειψη παιδείας; Στην κακή διοίκηση; Στην ανεπάρκεια της πολιτικής ηγεσίας; Στην ... τουρκοκρατία; Πού; (Βασίλης Αγγελικόπουλος, Φάρος στη σιωπή: κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, εκδόσεις Καστανιώτη, 1997, σελ. 109)

Ετυμολογία

καρκινοβασία < καρκινοβά(της) + -σία, μορφολογικά αναλύεται καρκίν(ος) + -ο- + -βασία, κυριολεκτικά περπάτημα όπως αυτό του καβουριού • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρκινοβασίακαρκινοβασίες
Γενικήκαρκινοβασίαςκαρκινοβασιών
Αιτιατικήκαρκινοβασίακαρκινοβασίες
Κλητικήκαρκινοβασίακαρκινοβασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →