καρκινογόνος
•
- που προκαλεί καρκίνο Βικιλεξικό
- Οι αφλατοξίνες είναι μυκοτοξίνες οι οποίες παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων της ομάδας Aspergillus section Flavi και μολύνουν διάφορα είδη τροφίμων, μεταξύ αυτών και τα κελυφωτά φιστίκια. Εμφανίζουν υψηλή τοξικότητα, καρκινογόνο και μεταλλαξιογόνο δράση στον άνθρωπο και τα ζώα. Μία καλή πρακτική που εφαρμόζεται ως προληπτικό μέτρο για τη μείωση της συγκέντρωσης της αφλατοξίνης σε μία παρτίδα είναι ο διαχωρισμός των ελαττωματικών καρπών, με αυτόματα μηχανικά συστήματα ή χειροδιαλογή.
- Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
- ουσιαστικοποιημένοτο καρκινογόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρκινογόνος < καρκίν(ος) + -ο- + -γόνος, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cancerigenic
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρκινογόνος | καρκινογόνα / καρκινογόνος | καρκινογόνο |
| Γενική | καρκινογόνου | καρκινογόνας / καρκινογόνου | καρκινογόνου |
| Αιτιατική | καρκινογόνο | καρκινογόνα / καρκινογόνο | καρκινογόνο |
| Κλητική | καρκινογόνε | καρκινογόνα / καρκινογόνε | καρκινογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρκινογόνοι | καρκινογόνες / καρκινογόνοι | καρκινογόνα |
| Γενική | καρκινογόνων | καρκινογόνων | καρκινογόνων |
| Αιτιατική | καρκινογόνους | καρκινογόνες / καρκινογόνους | καρκινογόνα |
| Κλητική | καρκινογόνοι | καρκινογόνες / καρκινογόνοι | καρκινογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →