καρκινολογικός
•
- σχετικός με την καρκινολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρκινολογικός < καρκινολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρκινολογικός | καρκινολογική | καρκινολογικό |
| Γενική | καρκινολογικού | καρκινολογικής | καρκινολογικού |
| Αιτιατική | καρκινολογικό | καρκινολογική | καρκινολογικό |
| Κλητική | καρκινολογικέ | καρκινολογική | καρκινολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρκινολογικοί | καρκινολογικές | καρκινολογικά |
| Γενική | καρκινολογικών | καρκινολογικών | καρκινολογικών |
| Αιτιατική | καρκινολογικούς | καρκινολογικές | καρκινολογικά |
| Κλητική | καρκινολογικοί | καρκινολογικές | καρκινολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →