Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρκινολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την καρκινολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρκινολογικός < καρκινολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρκινολογικόςκαρκινολογικήκαρκινολογικό
Γενικήκαρκινολογικούκαρκινολογικήςκαρκινολογικού
Αιτιατικήκαρκινολογικόκαρκινολογικήκαρκινολογικό
Κλητικήκαρκινολογικέκαρκινολογικήκαρκινολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρκινολογικοίκαρκινολογικέςκαρκινολογικά
Γενικήκαρκινολογικώνκαρκινολογικώνκαρκινολογικών
Αιτιατικήκαρκινολογικούςκαρκινολογικέςκαρκινολογικά
Κλητικήκαρκινολογικοίκαρκινολογικέςκαρκινολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →