καρμίνη
•
- χρωστική ουσία που δίνει ένα κοκκινωπό χρώμα Βικιλεξικό
- χρώμακοκκινωπό χρώμα που δημιουργείται από την παραπάνω χρωστική Βικιλεξικό
- καρμίνη (χρώμα):
Ετυμολογία
καρμίνη < (άμεσο δάνειο) βενετική carmin < μεσαιωνική λατινική carminium < αραβική قِرْمِز (qirmiz) < σανσκριτική कृमिज (kṛmija) < कृमि (kṛ́mi: σκουλήκι, έντομο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷŕ̥mis (σκουλήκι) (με επιρροή κι απ’ τη λατινική minium)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρμίνη | καρμίνες |
| Γενική | καρμίνης | καρμινών |
| Αιτιατική | καρμίνη | καρμίνες |
| Κλητική | καρμίνη | καρμίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →