καροτσάδα
•
- παρωχημένοβόλτα με καρότσα (συνήθως με τη σημασία ιππήλατη άμαξα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καροτσάδα < καρότσ(α) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καροτσάδα | καροτσάδες |
| Γενική | καροτσάδας | καροτσάδων |
| Αιτιατική | καροτσάδα | καροτσάδες |
| Κλητική | καροτσάδα | καροτσάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →