καρούλι
•
- κύλινδρος στον οποίο τα άκρα προεξέχουν και είναι πεπλατυσμένα ώστε στο ενδιάμεσο διάστημα να μπορεί να τυλιχτεί κάποιο υλικό που έχει μορφή νήματος Βικιλεξικό
- μικρός τροχός σε τροχήλατες συσκευές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρούλι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρούλι | καρούλια |
| Γενική | καρουλιού | καρουλιών |
| Αιτιατική | καρούλι | καρούλια |
| Κλητική | καρούλι | καρούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →