καρούτα
•
- ιδιωματικόξύλινη κοίλη σκάφη —συχνά φτιαγμένη από σκαμμένο κορμό— που χρησίμευε στην ύπαιθρο ως ποτίστρα ή ταΐστρα ζώων και, (κατ’ επέκταση), έδωσε όνομα σε τοποθεσίες όπου υπήρχαν τέτοιες κατασκευές: Καρούτα, Καρούτια κ.λπ. Βικιλεξικό
- ιδιωματικότετράγωνο πατητήρι από ξύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρούτα < αλβανική karruta, πληθυντικός αριθμός του karrutë (κάδος/σκάφη ζύμωσης) < πρωτοσλαβική *koryto (σκάφη/γούρνα/ποτίστρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρούτα | καρούτες |
| Γενική | καρούτας | καρουτών |
| Αιτιατική | καρούτα | καρούτες |
| Κλητική | καρούτα | καρούτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →