Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρούτα

/kaˈɾu.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόξύλινη κοίλη σκάφη —συχνά φτιαγμένη από σκαμμένο κορμό— που χρησίμευε στην ύπαιθρο ως ποτίστρα ή ταΐστρα ζώων και, (κατ’ επέκταση), έδωσε όνομα σε τοποθεσίες όπου υπήρχαν τέτοιες κατασκευές: Καρούτα, Καρούτια κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικότετράγωνο πατητήρι από ξύλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρούτα < αλβανική karruta, πληθυντικός αριθμός του karrutë (κάδος/σκάφη ζύμωσης) < πρωτοσλαβική *koryto (σκάφη/γούρνα/ποτίστρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρούτακαρούτες
Γενικήκαρούταςκαρουτών
Αιτιατικήκαρούτακαρούτες
Κλητικήκαρούτακαρούτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →