καρπίζω
•
- απολαμβάνω τους καρπούς Βικιλεξικό
- εκμεταλλεύομαι Βικιλεξικό
- κάνω να καρποφορήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρπίζω < αρχαία ελληνική καρπίζω < καρπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)ker-p- (κόβω, δρέπω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρπίζω | καρπίζεις | καρπίζει | καρπίζουμε | καρπίζετε | καρπίζουν / καρπίζουνε |
| Παρατατικός | κάρπιζα | κάρπιζες | κάρπιζε | καρπίζαμε | καρπίζατε | κάρπιζαν / καρπίζαν / καρπίζανε |
| Αόριστος | κάρπισα | κάρπισες | κάρπισε | καρπίσαμε | καρπίσατε | κάρπισαν / καρπίσαν / καρπίσανε |
| Μέλλοντας | θα καρπίζω / θα καρπίσω | θα καρπίζεις / θα καρπίσεις | θα καρπίζει / θα καρπίσει | θα καρπίζουμε / θα καρπίσουμε | θα καρπίζετε / θα καρπίσετε | θα καρπίζουν / θα καρπίζουνε / θα καρπίσουν / θα καρπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καρπίσει | έχεις καρπίσει | έχει καρπίσει | έχουμε καρπίσει | έχετε καρπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρπίσει | είχες καρπίσει | είχε καρπίσει | είχαμε καρπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρπίσει / να καρπίζω / να καρπίσω | να έχεις καρπίσει / να καρπίζεις / να καρπίσεις | να έχει καρπίσει / να καρπίζει / να καρπίσει | να έχουμε καρπίσει / να καρπίζουμε / να καρπίσουμε | να έχετε καρπίσει / να καρπίζετε / να καρπίσετε | να καρπίζουν / να καρπίζουνε / να καρπίσουν / να καρπίσουνε |
| Προστακτική | — | κάρπιζε / κάρπισε | — | — | καρπίζετε / καρπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →