Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρπαζοεισπράχτορας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που καρπαζώνεται, που δέχεται καρπαζιές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπροσβλητικός χαρακτηρισμός για (φαινομενικά) μαλθακά άτομα που δέχονται προσβολές χωρίς αντίσταση Βικιλεξικό
    • Γιατί η αντοχή στο ξύλο , σαν μόνο προσόν , δεν αποτελεί κάτι που ξεχωρίζει τους επαναστάτες αγωνιστές του λαού , από οποιοδήποτε κοινό καρπαζοεισπράχτορα. (Αντώνης Ι. Φλούντζης, Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες, 1937-1943. Θεμέλιο, 1979)

Ετυμολογία

καρπαζοεισπράχτορας < καρπαζιά + εισπράχτορας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρπαζοεισπράχτοραςκαρπαζοεισπράχτορες
Γενικήκαρπαζοεισπράχτορακαρπαζοεισπραχτόρων
Αιτιατικήκαρπαζοεισπράχτορακαρπαζοεισπράχτορες
Κλητικήκαρπαζοεισπράχτορακαρπαζοεισπράχτορες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →