Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τον καρπό (του χεριού) ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: καρπιαίος
  2. βοτανικήπου έχει σχέση με τον καρπό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρπικός < καρπός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρπικόςκαρπικήκαρπικό
Γενικήκαρπικούκαρπικήςκαρπικού
Αιτιατικήκαρπικόκαρπικήκαρπικό
Κλητικήκαρπικέκαρπικήκαρπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρπικοίκαρπικέςκαρπικά
Γενικήκαρπικώνκαρπικώνκαρπικών
Αιτιατικήκαρπικούςκαρπικέςκαρπικά
Κλητικήκαρπικοίκαρπικέςκαρπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →