καρπικός
•
- ανατομίαπου έχει σχέση με τον καρπό (του χεριού) ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καρπιαίος
- βοτανικήπου έχει σχέση με τον καρπό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρπικός < καρπός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπικός | καρπική | καρπικό |
| Γενική | καρπικού | καρπικής | καρπικού |
| Αιτιατική | καρπικό | καρπική | καρπικό |
| Κλητική | καρπικέ | καρπική | καρπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπικοί | καρπικές | καρπικά |
| Γενική | καρπικών | καρπικών | καρπικών |
| Αιτιατική | καρπικούς | καρπικές | καρπικά |
| Κλητική | καρπικοί | καρπικές | καρπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →