καρποφορώ
•
- παράγω καρπούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω θετικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρποφορώ < αρχαία ελληνική καρποφορέω / καρποφορῶ < καρπο- (καρπός) + φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρποφορώ | καρποφορείς | καρποφορεί | καρποφορούμε | καρποφορείτε | καρποφορούν / καρποφορούνε |
| Παρατατικός | καρποφορούσα | καρποφορούσες | καρποφορούσε | καρποφορούσαμε | καρποφορούσατε | καρποφορούσαν / καρποφορούσανε |
| Αόριστος | καρποφόρησα | καρποφόρησες | καρποφόρησε | καρποφορήσαμε | καρποφορήσατε | καρποφορήσαν / καρποφορήσανε / καρποφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα καρποφορήσω / θα καρποφορώ | θα καρποφορήσεις / θα καρποφορείς | θα καρποφορήσει / θα καρποφορεί | θα καρποφορήσουμε / θα καρποφορούμε | θα καρποφορήσετε / θα καρποφορείτε | θα καρποφορήσουν / θα καρποφορήσουνε / θα καρποφορούν / θα καρποφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω καρποφορήσει | έχεις καρποφορήσει | έχει καρποφορήσει | έχουμε καρποφορήσει | έχετε καρποφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρποφορήσει | είχες καρποφορήσει | είχε καρποφορήσει | είχαμε καρποφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρποφορήσει / να καρποφορήσω / να καρποφορώ | να έχεις καρποφορήσει / να καρποφορήσεις / να καρποφορείς | να έχει καρποφορήσει / να καρποφορήσει / να καρποφορεί | να έχουμε καρποφορήσει / να καρποφορήσουμε / να καρποφορούμε | να έχετε καρποφορήσει / να καρποφορήσετε / να καρποφορείτε | να καρποφορήσουν / να καρποφορήσουνε / να καρποφορούν / να καρποφορούνε |
| Προστακτική | — | καρποφόρει / καρποφόρησε | — | — | καρποφορήστε / καρποφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →