καρπώνομαι
•
- αποκομίζω τους «καρπούς», κερδίζω το θετικό αποτέλεσμα που παρήγαγε μια ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρπώνομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρπώνομαι | καρπώνεσαι | καρπώνεται | καρπωνόμαστε | καρπώνεστε | καρπώνονται |
| Παρατατικός | καρπωνόμουν / καρπωνόμουνα | καρπωνόσουν / καρπωνόσουνα | καρπωνόταν / καρπωνότανε | καρπωνόμασταν / καρπωνόμαστε | καρπωνόσασταν / καρπωνόσαστε | καρπωνόντουσαν / καρπώνονταν |
| Αόριστος | καρπώθηκα | καρπώθηκες | καρπώθηκε | καρπωθήκαμε | καρπωθήκατε | καρπωθήκαν / καρπωθήκανε / καρπώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα καρπωθώ / θα καρπώνομαι | θα καρπωθείς / θα καρπώνεσαι | θα καρπωθεί / θα καρπώνεται | θα καρπωθούμε / θα καρπωνόμαστε | θα καρπωθείτε / θα καρπώνεστε | θα καρπωθούν / θα καρπωθούνε / θα καρπώνονται |
| Παρακείμενος | έχω καρπωθεί | έχεις καρπωθεί | έχει καρπωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρπωθεί | είχες καρπωθεί | είχε καρπωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρπωθεί / να καρπωθώ / να καρπώνομαι | να έχεις καρπωθεί / να καρπωθείς / να καρπώνεσαι | να έχει καρπωθεί / να καρπωθεί / να καρπώνεται | να καρπωθούμε / να καρπωνόμαστε | να καρπωθείτε / να καρπώνεστε | να καρπωθούν / να καρπωθούνε / να καρπώνονται |
| Προστακτική | — | καρπώνου / καρπώσου | — | — | καρπωθείτε / καρπώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →