καρστικοποίηση
•
- γεωλογίαη διαδικασία αποσάθρωσης και διάβρωσης πετρωμάτων από το νερό και άλλους παράγοντες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρστικοποίηση < καρστικός + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρστικοποίηση | καρστικοποιήσεις |
| Γενική | καρστικοποίησης | καρστικοποιήσεων |
| Αιτιατική | καρστικοποίηση | καρστικοποιήσεις |
| Κλητική | καρστικοποίηση | καρστικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →