καρτάνα
•
- ιατρικήελώδης πυρετός Βικιλεξικό
- το ένα τέτατρο Βικιλεξικό
- για γυναίκαπου έχει κακό χαρακτήρα ή που δεν έχει ηθικές αναστολές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρτάνα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →