καρτέλ
•
- οικονομίαη σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ελέγξουν τις τιμές των προϊόντων τους Βικιλεξικό
- η εκούσια εμφανής ή αφανής κοινοπραξία επιχειρήσεων για μονοπώληση ή χειραγώγηση της αγοράς, διατηρώντας όμως την αυτοτέλειά τους Βικιλεξικό
- το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών,
- υπό δικαστική έρευνα ελληνικό καρτέλ γαλακτοβιομηχανιών.
Ετυμολογία
καρτέλ < (άμεσο δάνειο) γερμανική Kartell < γαλλική cartel < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο) < χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰer- (χαράσσω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →