καρτέρι
•
- ενέδρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο τόπος όπου στήνεται η ενέδρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρτέρι < μεσαιωνικός αναδρομικός σχηματισμός καρτερ(ῶ) + -ι < αρχαία ελληνική καρτερέω / καρτερῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτέρι | καρτέρια |
| Γενική | καρτεριού | καρτεριών |
| Αιτιατική | καρτέρι | καρτέρια |
| Κλητική | καρτέρι | καρτέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →