καρτεροψυχία
•
- λόγιοη ιδιότητα ή η συμπεριφορά του καρτερόψυχου Βικιλεξικό
- λόγιοη ιδιότητα ή η συμπεριφορά του καρτερόψυχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτεροψυχία < ελληνιστική κοινή καρτεροψυχία < αρχαία ελληνική καρτερός (< κάρτος) + ψυχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτεροψυχία | καρτεροψυχίες |
| Γενική | καρτεροψυχίας | καρτεροψυχιών |
| Αιτιατική | καρτεροψυχία | καρτεροψυχίες |
| Κλητική | καρτεροψυχία | καρτεροψυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →