καρτοτηλέφωνο
•
- νεολογισμόςτηλεφωνική συσκευή τοποθετημένη συνήθως σε δημόσιους χώρους, η οποία λειτουργεί με τη χρήση και χρέωση προπληρωμένης κάρτας Βικιλεξικό
- είδος τηλεφωνικής σύνδεσης της κινητής τηλεφωνίας που λειτουργεί με προπληρωμένη χρέωση και όχι με σύνδεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτοτηλέφωνο < κάρτα + -ο- + τηλέφωνο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cardphone
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτοτηλέφωνο | καρτοτηλέφωνα |
| Γενική | καρτοτηλέφωνου / καρτοτηλεφώνου | καρτοτηλεφώνων |
| Αιτιατική | καρτοτηλέφωνο | καρτοτηλέφωνα |
| Κλητική | καρτοτηλέφωνο | καρτοτηλέφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →