καρυδώνω
•
- στραγγαλίζω κάποιον, του σφίγγω το καρύδι στο λαιμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρυδώνω < καρύδι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρυδώνω | καρυδώνεις | καρυδώνει | καρυδώνουμε | καρυδώνετε | καρυδώνουν / καρυδώνουνε |
| Παρατατικός | καρύδωνα | καρύδωνες | καρύδωνε | καρυδώναμε | καρυδώνατε | καρυδώναν / καρυδώνανε / καρύδωναν |
| Αόριστος | καρύδωσα | καρύδωσες | καρύδωσε | καρυδώσαμε | καρυδώσατε | καρυδώσαν / καρυδώσανε / καρύδωσαν |
| Μέλλοντας | θα καρυδώνω / θα καρυδώσω | θα καρυδώνεις / θα καρυδώσεις | θα καρυδώνει / θα καρυδώσει | θα καρυδώνουμε / θα καρυδώσουμε | θα καρυδώνετε / θα καρυδώσετε | θα καρυδώνουν / θα καρυδώνουνε / θα καρυδώσουν / θα καρυδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καρυδώσει | έχεις καρυδώσει | έχει καρυδώσει | έχουμε καρυδώσει | έχετε καρυδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρυδώσει | είχες καρυδώσει | είχε καρυδώσει | είχαμε καρυδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρυδώσει / να καρυδώνω / να καρυδώσω | να έχεις καρυδώσει / να καρυδώνεις / να καρυδώσεις | να έχει καρυδώσει / να καρυδώνει / να καρυδώσει | να έχουμε καρυδώσει / να καρυδώνουμε / να καρυδώσουμε | να έχετε καρυδώσει / να καρυδώνετε / να καρυδώσετε | να καρυδώνουν / να καρυδώνουνε / να καρυδώσουν / να καρυδώσουνε |
| Προστακτική | — | καρύδωνε / καρύδωσε | — | — | καρυδώνετε / καρυδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →