καρυκεύω
•
- κυριολεκτικάπροσθέτω καρύκευμα σε φαγητό Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμπλουτίζω η στολίζω το λόγο μου με ευφυολογήματα και ανάλαφρες «πινελιές» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρυκεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καρυκεύω < καρύκη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρυκεύω | καρυκεύεις | καρυκεύει | καρυκεύουμε | καρυκεύετε | καρυκεύουν / καρυκεύουνε |
| Παρατατικός | καρύκευα | καρύκευες | καρύκευε | καρυκεύαμε | καρυκεύατε | καρυκεύαν / καρυκεύανε / καρύκευαν |
| Αόριστος | καρύκεψα | καρύκεψες | καρύκεψε | καρυκέψαμε | καρυκέψατε | καρυκέψαν / καρυκέψανε / καρύκεψαν |
| Μέλλοντας | θα καρυκέψω / θα καρυκεύω | θα καρυκέψεις / θα καρυκεύεις | θα καρυκέψει / θα καρυκεύει | θα καρυκέψουμε / θα καρυκεύουμε | θα καρυκέψετε / θα καρυκεύετε | θα καρυκέψουν / θα καρυκέψουνε / θα καρυκεύουν / θα καρυκεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω καρυκέψει | έχεις καρυκέψει | έχει καρυκέψει | έχουμε καρυκέψει | έχετε καρυκέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρυκέψει | είχες καρυκέψει | είχε καρυκέψει | είχαμε καρυκέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρυκέψει / να καρυκέψω / να καρυκεύω | να έχεις καρυκέψει / να καρυκέψεις / να καρυκεύεις | να έχει καρυκέψει / να καρυκέψει / να καρυκεύει | να έχουμε καρυκέψει / να καρυκέψουμε / να καρυκεύουμε | να έχετε καρυκέψει / να καρυκέψετε / να καρυκεύετε | να καρυκέψουν / να καρυκέψουνε / να καρυκεύουν / να καρυκεύουνε |
| Προστακτική | — | καρύκευε / καρύκεψε | — | — | καρυκέψτε / καρυκεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →