Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρφωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει καρφωθεί Βικιλεξικό
  2. στερεωμένος με καρφί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάακινητοποιημένος, καθηλωμένος Βικιλεξικό
    • Είχε καρφωμένα τα μάτια του στην πόρτα και με περίμενε. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)

Ετυμολογία

καρφωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρφώνω

Άλλοι τύποι

καρφωμένακαρφωμένεκαρφωμένεςκαρφωμένηκαρφωμένηςκαρφωμένοκαρφωμένοικαρφωμένοςκαρφωμένουκαρφωμένουςκαρφωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →