κασίδης
•
- ο κασιδιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασίδης < κασίδ(α) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασίδης | κασίδηδες |
| Γενική | κασίδη | κασίδηδων |
| Αιτιατική | κασίδη | κασίδηδες |
| Κλητική | κασίδη | κασίδηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →