κασαβέτι
•
- παρωχημένοθλίψη, στενοχώρια Βικιλεξικό
- κρητικάεμπάθεια, μνησικακία, εκδικητικότητα Βικιλεξικό
- κρητικάκαημός, βάσανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασαβέτι < τουρκική kasavet < αραβική قساوة (qasāwat) < قسو (qasw)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασαβέτι | κασαβέτια |
| Γενική | κασαβετιού | κασαβετιών |
| Αιτιατική | κασαβέτι | κασαβέτια |
| Κλητική | κασαβέτι | κασαβέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →