κασαμπάς
•
- δημοτικήοχυρωμένη πόλη Βικιλεξικό
- Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλος έρχεται, / στα Τρίκαλα πηγαίνουν μες στον κασαμπά, / γυρεύουν τους γερόντους τους Τρικαλινούς, / γυρεύουν τους παπάδες τ’ Ασπροπόταμου. (Γιώργης Έξαρχος, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), 2001, σελ. 322)
- παρωχημένοκάστρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασαμπάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kasaba (κωμόπολη) + -ς ή (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قصبه (kasaba) < αραβική قصبة (qaṣaba)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασαμπάς | κασαμπάδες |
| Γενική | κασαμπά | κασαμπάδων |
| Αιτιατική | κασαμπά | κασαμπάδες |
| Κλητική | κασαμπά | κασαμπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →